Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2010

ΖΩΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙ-ΕΛΛΑΔΑ

“Το γαρ όλον και παν έργον της νομοθεσίας εις την παιδείαν ανήψεν. Της παιδείας, ην μέγιστον ηγείτο του νομοθέτου και κάλλιστον έργον είναι.” (Λυκούργος)

Ποιος θα το πίστευε ότι θα φθάναμε σ’ αυτό το σημείο; Ζούμε στη χώρα με την μεγαλύτερη και πλέον μακρόχρονη ζωντανή ιστορία. Μιλάμε την πλουσιότερη άρα και ομορφότερη γλώσσα του πλανήτη μας. Έχουμε ποικιλία εικόνων στα φυσικά τοπία μας, με τις καλύτερες συνθήκες διαβίωσης από πλευράς κλίματος και περιβάλλοντος. Είμαστε όμως και μια χώρα περικυκλωμένη από έθνη που μας επιβουλεύονται, ίσως για τους προαναφερθέντες λόγους. Πράγμα που θα έπρεπε να μας κάνει πέρα από φιλόξενους και επιφυλακτικούς απέναντι σε οτιδήποτε νεοφερμένο. Είμαστε λαός που ανέκαθεν επηρέαζε τους “γείτονες” του και όχι μόνο, αλλά πάντοτε ως αρωγός στην ανάπτυξη τους και όχι την καταστροφή τους. Που βρισκόμαστε όμως σήμερα; ξεπουλάμε τα πάντα στο όνομα του κέρδους, μιλάμε μια γλώσσα “σαλάτα” ή μιλάμε ξένες γλώσσες καλύτερα από τη μητρική μας. Προτιμούμε να είμαστε κοσμοπολίτες, επειδή ανθρώπινα “σύνολα” εκ δυσμών προωθούν ως μόδα αυτό τον τρόπο ζωής, παρά πολίτες ενός κράτους που μας δίνει ταυτότητα (πράγμα σπάνιο γιατί σήμερα μας ξεχωρίζει μόνο η εξωτερική διαφορετική εμφάνιση που κι αυτή κάποια στιγμή πρέπει να εξαλειφθεί μέσα από “ανηλεείς” επιμειξίες ώστε να μην μας απασχολεί κι αυτό το πρόβλημα). Καταντήσαμε να μη σκεφτόμαστε το ίδιο το σπίτι μας, να μη σεβόμαστε τους εαυτούς και τα παιδιά μας. “Εγώ να περνάω καλά κι ας χαλάσει όλος ο κόσμος…” Aς φύγουμε λοιπόν από αυτό τον ταλαίπωρο τόπο να πάμε όπου αλλού μας αρέσει μιας και σήμερα έχει χαλαρώσει η έννοια των συνόρων. Χωρίς να παρεξηγώ όμως αυτή την έννοια γιατί ούτως η άλλως ποτέ δεν υπήρχαν σύνορα με την έννοια των συρμάτινων εμποδίων. Σύνορα υπάρχουν στον κόσμο, όταν οι κάτοικοι μιας περιοχής τα ορίζουν βάφοντας τα με αίμα, ενώνοντας το γενετικό τους υλικό με αυτό των χωμάτων που πατούν!
Σε ποια χώρα ζούμε τελικά; Τι είναι αυτό που μας καθορίζει; ακόμα και τα λαχανικά έχουν διάφορες ποικιλίες. Εμείς είμαστε “καθαρόαιμο” είδος σ’ αυτή τη μεριά του πλανήτη ή ένα ανακατεμένο "πλάσμα" που γεννάει “τέρατα”; Το τελειότερο είδος ανθρώπου που θα τολμούσα να πω ότι όντως γεννήθηκε σ’ αυτή τη γωνιά της γης (αν και είναι καθολικά αποδεκτό) τείνει να παύσει να υπάρχει. Γιατί; πεποίθηση μου είναι, επειδή η φύση του ανθρώπου έχει καθοδική τάση. Η εξέλιξη όμως είναι ένας δρόμος ανηφορικός και η εποχή μας άλλα πράγματα κελεύει: οτιδήποτε εύκολο είναι και καλό. Εύκολο χρήμα, εύκολοι έρωτες, εύκολη-γρήγορη διατροφή, εύκολη επικοινωνία (με νεύματα και κομμένες λέξεις), εύκολα κτίρια να μένουμε και ούτω καθεξής. Το φαινομενικά εύκολο όμως δεν σημαίνει ότι είναι και αναγκαστικά σωστό. Η νοοτροπία του “καραγκιόζη” αποκτηθείσα στην τουρκοκρατία δεν μας έχει εγκαταλείψει ακόμη. Το "εργάκι" που παίζεται στις μέρες μας, ο Καραγκιόζης κοσμοπολίτης, έχει μεγάλη πέραση. Α, ρε καραγκιόζη και σεις τα κολλητήρια, θα φάτε, θα πιείτε και νηστικοί θα κοιμηθείτε. Ο καραγκιόζης δεν αλλάζει δυστυχώς. Αλλάζουν όμως τα κολλητήρια!! Ο καραγκιόζης πρέπει να πεθάνει κι ας τον θυμόμαστε ο καθένας όπως θέλει. Τα κολλητήρια όμως δεν πρέπει να γίνουν καραγκιόζηδες, αλλά Έλληνες. Πως; με την Παιδεία. Με την σωστή παιδεία “γίναμε” Έλληνες μ' αυτή θα ξαναγίνουμε, αν θέλουμε να τιμούμε το όνομα που φέρουμε. Ειδάλλως ας φύγουμε κι ας πάμε να ζήσουμε όπου αλλού μας γουστάρει. Αυτός ο τόπος θέλει ιδρώτα και αίμα από ήρωες καθημερινούς για να συνεχίσει να δίνει καρπούς (και που και που να βγάζει και μεγάλους ηγέτες). Αυτός ο τόπος μόνο απο δαύτους ανέχεται πάνω του. Οτιδήποτε άλλο το πετάει όπως το ατίθασο άλογο, τους άφρονες ιππείς του. Τσουτσέκια, αμερικανάκια, ψευτο-ευρωπαίοι, κουλτουριάρηδες, ελευθερο-ηθικολόγοι και λοιποί “ας μαζέψουν τα κουβαδάκια τους και ας πάνε σε άλλη παραλία”. Γιατί σ’ αυτή την παραλία έρχεται τέτοιο τσουνάμι που δεν έχει ξαναφανεί ποτέ. Και οι μόνοι που θα το αντέξουν, όπως προβλέπω, είναι αυτοί που είναι καλά ριζωμένοι σ’ αυτό τον τόπο. Οι υπόλοιποι... τροφή για τα ψάρια. Αυτή είναι η Ελλάδα γι’ αυτό και παραμένει ζωντανή στο διηνεκές της ανθρώπινης ιστορίας, φωτεινό παράδειγμα αιώνιο. Την τραυματίσαμε πολύ, αλλά ο θεράπων χρόνος γιατρεύει τις πληγές της και ότι κρέμεται από πάνω της, θα το τινάξει ως νόθο στον “καιάδα” της ιστορίας. Η Ελλάδα των “μη εύφορων χωμάτων” θέλει τουλάχιστον πνεύμα καλλιεργημένο και γόνιμη σκέψη από τα “παιδιά” της. Να δύνανται να παρακολουθούν ένα θεατρικό έργο, να απολαμβάνουν ένα ωραίο τραγούδι ή να εκτιμούν την τέχνη γενικότερα, αλλά να έχουν και τις στοιχειώδεις γνώσεις για να συμμετέχουν σε εποικοδομητικές συζητήσεις και να βρίσκουν διέξοδο στις δύσκολες στιγμές της ζωής τους. Να έχουν αφετέρου το απαραίτητο ήθος ενός χρηστού πολίτη και ευλαβούς ανθρώπου απέναντι σε θεό, πατρίδα και οικογένεια για να γνωρίζουν τίμια να ζουν και ωραία ν’ αποθνήσκουν. Όλα αυτά μαζί είναι που απαρτίζουν ένα ενάρετο άνθρωπο, Έλληνα Πολίτη.
Σε κράτη χωρίς υπόσταση δεν υπάρχει μέλλον. Σε κράτη χωρίς ταυτότητα δεν υπάρχει ελπίδα. Όπως ατομικά και ο άνθρωπος με αμνησία δεν μπορεί να σταθεί πουθενά, έτσι και τα έθνη. Ας έρθουν επομένως και όσοι Έλληνες του εξωτερικού επιθυμούν φέροντες ότι καλύτερο από τα ξένα, να ξαναρχίσουμε από την αρχή. Η χώρα μας χρειάζεται μία “τονωτική ένεση” να ενδυναμώσουμε την καρδιά της γιατί έχει δύσκολο έργο. Έχουμε όσο κανένας άλλος τις προδιαγραφές, για να μπορούμε να ελπίζουμε. Πρέπει όμως τώρα να κάνουμε κάτι, γιατί ο κορμός του έθνους μας ροκανίζεται ύπουλα και αν πέσει, θα αποτελεί μόνο καυσόξυλα για το “τζάκι” που θα ζεσταίνουν κάποιοι άλλοι τα χέρια τους. Αν θέλουμε να βγάλει όμως κι άλλα φύλλα και καρπούς (απ’ τα οποία θα τρέφονται κι άλλα έθνη) ας ξυπνήσουμε όσο είναι καιρός. Ας γίνουμε πάλι οι οδηγοί ενός μεγάλου πολιτισμού.
Εαυτούληδες και κακομοίρηδες που διαμαρτύρεστε μόνο όταν σας πάρουν την μπουκιά από το στόμα, ποιος σας είπε ότι όσοι βρισκόντουσαν στα μαγειρεία του ΤΙΤΑΝΙΚΟΥ δεν πνίγηκαν κι αυτοί! “Δικέφαλα” όντα, διαλέξτε ένα κεφάλι και πορευτείτε…

Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010

Ο βράχος και το κύμα

«Κύμα, τι θέλεις από με και τι με φοβερίζεις;
Ποιος είσαι συ κι ετόλμησες, αντί να με δροσίζεις,
αντί με το τραγούδι σου τον ύπνο μου να ευφραίνεις,
και με τα κρύα σου νερά τη φτέρνα μου να πλένεις,
εμπρός μου στέκεις φοβερό, μ’ αφρούς στεφανωμένο;
Όποιος κι αν είσαι μάθε το, εύκολα δεν πεθαίνω!»

«Βράχε, με λένε Εκδίκηση. Μ’ επότισεν ο χρόνος
χολή και καταφρόνεση. Μ’ ανάθρεψεν ο πόνος.
Ήμουνα δάκρυ μια φορά και τώρα κοίταξέ με,
έγινα θάλασσα πλατιά, πέσε, προσκύνησέ με.
(...)
Σε ξένους μ’ έριξες γιαλούς... Το ψυχομάχημά μου
το περιγέλασαν πολλοί και τα πατήματά μου
τα φαρμακέψανε κρυφά με την ελεημοσύνη.
Μέριασε βράχε να διαβώ, επέρασε η γαλήνη,
καταποτήρας είμαι εγώ, ο άσπονδος εχθρός σου,
γίγαντας στέκω εμπρός σου!»

Απόσπασμα από το ποίημα του Α. Βαλαωρίτη